|
Οι
πληροφορίες είναι από τον τουριστικό οδηγό "Θάσος", εκδ. Ρέκος
Αρχαία Πόλη
Λιμένα
Στην αρχαία
πρωτεύουσα του νησιού, που είχε και αυτή κατά την αρχαιότητα το
όνομα «Θάσος» και βρίσκεται κάτω από τη σύγχρονη πρωτεύουσα
Λιμένας, πραγματοποιήθηκαν πολλές και εκτεταμένες ανασκαφές, οι
οποίες αποκάλυψαν σχεδόν στο σύνολο της την ακμάζουσα αυτή
πολιτεία της ελληνικής αρχαιότητας.
Οι πιο
συστηματικές ανασκαφές άρχισαν το 1911 από τη Γαλλική
Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας με επικεφαλής τους: Ch. Avezou,
Ch. Picard και A. J. Reinach.
Τα ευρήματα των
ανασκαφών τοποθετούνται χρονικά σε μια περίοδο 10 περίπου αιώνων,
από την εγκατάσταση των Παριών αποίκων στο νησί (8ος - αρχές 7ου
αι. π.Χ.) ως τον 7ο αι. μ.Χ. της Βυζαντινής εποχής. Ένας
αρχαιολογικός περίπατος που ξεκινάει από το αρχαίο λιμάνι και
καταλήγει στην Ακρόπολη της πόλης, πάνω στο λόφο, προσφέρεται για
μια γνωριμία με τα μνημεία της πόλης αλλά και με το υπέροχο
φυσικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η πρωτεύουσα των
Θασίων.
Το Λιμάνι
της
αρχαίας Θάσου ήταν διπλό: το ένα
(Πολεμικό) ήταν «κλειστό» όπως και σήμερα («Θάσος
νήσος και πόλεις καί λιμένες δύο. Τούτων εις κλειστός»).
Από το πολεμικό λιμάνι, για το οποίο κάνει λόγο και ο Δημοσθένης
στους «Φιλιππικούς» του λόγους, σώζονται οι δύο μαρμάρινοι
λιμενοβραχίονες και η στρώση με πλάκες του πυθμένα του. Στον
ασφαλή αυτό χώρο, που χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα,
ελλιμενίζονταν οι περίφημες κατά την αρχαιότητα τριήρεις των
Θασίων. Το «ανοιχτό» λιμάνι βρισκόταν στα βορειοανατολικά,
μέχρι τα βράχια του Εβραιόκαστρου και χρησιμοποιούνταν για το
ελλιμενισμό των εμπορικών πλοίων. Ίχνη του λιμενοβραχίονα
διακρίνονται ακόμα κάτω από τη θάλασσα. Τα δύο λιμάνια
επικοινωνούσαν με την καστροπερίκλειστη πόλη με τρεις πύλες, από
τις οποίες οι δύο σώζονται («πύλη του Ερμή και των χαρίτων»
και «πύλη της Θεάς με το άρμα», πάνω από το εμπορικό
ανοιχτό λιμάνι).
Πίσω από τα
οχυρώματα της παραλίας και ακριβώς πάνω από τον «κλειστό» λιμένα
βρίσκεται η αρχαία Αγορά, το εμπορικό και πολιτικό κέντρο
της Θάσου, που άρχισε να κατασκευάζεται τον 4ο αι. π.Χ. και
ολοκληρώθηκε σταδιακά ως τον 2ο αι. μ.Χ. Γύρω από μια ανοιχτή
πλατεία αναπτύσσεται ένας ημίκλειστος σχεδόν ορθογώνιος χώρος με
πλευρές 100 μ. και με περιμετρικές στοές, ενώ προς τη βόρεια
πλευρά είναι τοποθετημένα διάφορα δημόσια κτίρια, ιερά θεών και
μνημεία. Στο ανατολικό τμήμα της Αγοράς και πίσω από τις στοές
υπήρχαν τα καταστήματα, τα εργαστήρια και οι αποθήκες των Θασίων,
δεξιά και αριστερά της ονομαζόμενης «διόδου των θεωρών».
Η «δίοδος
των θεωρών», κτίσμα του 470 π.Χ., φαίνεται πως είχε
μεγάλη σημασία και τα γλυπτά που βρέθηκαν εκεί καθώς και η
τοιχοδομία των γύρω κατασκευών, αποδεικνύουν ότι αποτελούσε
μεγάλο και μνημειώδες κτιριακό συγκρότημα. Τα ανάγλυφα της
«διόδου των θεωρών» με παραστάσεις Νυμφών και Χαρίτων καθώς και
του Απόλλωνα και του Ερμή, μεταφέρθηκαν από τον Γάλλο περιηγητή
Ε.
Miller στο
μουσείο του Λούβρου το 1863, επί τουρκοκρατίας.
Στην υπόστυλη
νοτιοανατολική στοά της Αγοράς υπάρχει το μνήμα του
Γλαύκου, που ήρθε στη Θάσο μαζί με τους Πάριους τον 7ο
αι. π.Χ. Το γεγονός βεβαιώνει επιγραφή που βρέθηκε στο μνήμα:
«είμαι το μνήμα του Γλαύκου, του γιου του Λεπτίνη...».
Μέσα στην πλατεία
της Αγοράς υπάρχει ένας βωμός και ημικυκλικές
εξέδρες με βάθρο για άγαλμα, κτίσματα χρονολογούμενα στον
1ο αι. π.Χ., όταν η Θάσος κατείχε σημαντική θέση και επηρέαζε
ουσιαστικά τη Ρωμαϊκή διοίκηση της επαρχίας.
Πιο βόρεια
υπάρχουν βαθμίδες από βάσεις αγαλμάτων, πιθανώς του
Αυγούστου, του Γαΐου και Λευκίου Καίσαρα.
Πιο πάνω, και
κοντά στο ιερό του Δία, υπάρχει μια κυκλική βάση με
μαρμάρινες βαθμίδες, όπου οι κάτοικοι του νησιού τιμούσαν τον
περίφημο Θάσιο αθλητή Θεαγένη, γιο του Τιμοξένου, ο
οποίος λέγεται ότι κέρδισε 1.400 νίκες σε πανελλήνιους αγώνες. Ο
Παυσανίας μας πληροφορεί, ότι είδε στην Ολυμπία άγαλμα που
αφιερώθηκε στον νικητή το 480 και 476 π.Χ.
Στο βορειοδυτικό
τμήμα της αυλής της Αγοράς υπάρχει το ιερό τέμενος του
Θασίου Αγοραίου Δία με κυκλικό περίβολο από μαρμάρινους
πεσσούς και πλάκες, κτίσμα πιθανώς των αρχών του 4ου αι. π.Χ.,
και ανατολικά, πάνω από το «κτίριο με τα παρασκήνια», υπάρχει η βάση ενός αναθηματικού μνημείου του 2ου αι. π.Χ.
Νοτιοανατολικά της
αγοράς υπήρχε η κυρία λεωφόρος της πόλης που
συνέδεε τη «δίοδο των θεωρών» με το ναό του Ηρακλή, που βρισκόταν
στο νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης (Ηράκλειον).
Ένα πλακόστρωτο τμήμα του δρόμου έχει αποκαλυφθεί και
δίνει την εικόνα της μεγαλοπρέπειας που επικρατούσε στα αρχαία
χρόνια.
Στην ανατολική
πλευρά του δρόμου υπάρχει «εξέδρα» ημικυκλική, έργο
του Θασίου γλύπτη Λιμένδα, αφιερωμένη στην οικογένεια του
Τιβερίου Κάδμου. Απέναντι υπάρχει μια πλακόστρωτη αυλή
με ιωνικό περιστύλιο, έργο που τοποθετείται στο 2ο αι. μ.Χ.
Ανατολικά αποκαλύφθηκε το Ωδείο (ή μικρό θέατρο)
της Θάσου, ένα μαρμαρόκτιστο κτίριο με φανερά χαρακτηριστικά
ελληνικού θεάτρου. Τα στοιχεία του ανάγονται στην ελληνική και
ρωμαϊκή αρχαιότητα, αλλά κυριαρχούν αυτά που ανήκουν στον 2ο αι.
μ.Χ., στην εποχή δηλαδή του Αδριανού, όταν η Θάσος
ανακατασκευάζεται και στολίζεται με πολλά νέα δημόσια κτίρια.
Πάνω από τη «δίοδο
των θεωρών», ανατολικά της Αγοράς σε διαμορφωμένο επίπεδο με
αναλημματικούς τοίχους, βρίσκεται το ιερό της Άρτεμης
(Αρτεμίσιον), ένα από τα αρχαιότερα μνημεία του νησιού, του
6ου αι. π.Χ. Στο ιερό βρέθηκαν, το 1909, αγάλματα γυναικών της
Θάσου αρχοντικής καταγωγής (Θεαναί), τα οποία μεταφέρθηκαν επί
τουρκοκρατίας στο Μουσείο Κωνσταντινούπολης. Ανάμεσα στα διάφορα
ευρήματα που αποκαλύφθηκαν από ανασκαφές του χώρου, υπάρχουν
αναθήματα και αγγεία της αρχαϊκής εποχής που φτάνουν ως τον 7ο
αι. π.Χ., γεγονός που σημαίνει ότι στο χώρο υπήρχε και
προηγουμένως ιερό προς τιμή της Θεάς Άρτεμης.
Βόρεια της «διόδου
των θεωρών» αποκαλύφθηκε το 1922 το ιερό του θεού Διονύσου
(Διονύσιο), χτισμένο την ίδια εποχή που χτίστηκε η Αγορά
(4ος αι. π.Χ.). Σε ένα είδος προσκηνίου του όλου συγκροτήματος
ήταν τοποθετημένα διάφορα αγάλματα Μουσών, Νυμφών ή Βακχών και
φαίνεται πως συνδέονταν με την τέλεση βακχικών και μουσικών
εκδηλώσεων. Κάτω από τα βάθρα των αγαλμάτων σώζονται επιγραφές με
τις λέξεις: Τραγωδία Θεόδωρος υπεκρίνετο, Κωμωδία Φιλήμων
υπεκρίνετο, Διθύραβμος Αρίστων ο Μιλήσιος ηύλει.
Αγάλματα από το
«Διονύσιο» βρίσκονται στο Μουσείο της Θάσου.
Ένα άλλο ιερό,
το Ποσείδειον, αφιερωμένο στο Θεό Ποσειδώνα,
συναντούμε στη χερσαία περιοχή πάνω από το «ανοιχτό» αρχαίο
εμπορικό λιμάνι, βόρεια από το «Διονύσιο». Είναι κι αυτό κτίσμα
του 4ου αι. π.Χ. με ισόδομη τοιχοποιία άριστης κατασκευής,
διαμορφωμένο σε ακανόνιστη τετράπλευρη κάτοψη διαστάσεων 48,50X33
μ. Δεξιά της κύριας εισόδου του συγκροτήματος υπήρχε βωμός
αφιερωμένος στη θεά Ήρα και στο εσωτερικό βωμός και βάθρα
αγαλμάτων αφιερωμένα στη λατρεία του Ποσειδώνα. Χρήση σχετική με
τη λατρεία του θεού φαίνεται πως είχαν και τα κτίσματα του νότιου
τμήματος της αυλής, όπως βεβαιώνεται από ελληνιστική επιγραφή.
Ακριβώς απέναντι
από το «Ποσείδειον» και προς τη θάλασσα, ανάμεσα στα αρχαία
λιμάνια, υπάρχουν δύο σημαντικές από τις δέκα γνωστές πύλες του
αρχαίου τείχους, που άρχισε να χτίζεται στο τέλος του 6ου και
στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Η μια είναι γνωστή με το όνομα
«πύλη της θεάς με το άρμα» από ανάγλυφη παράσταση,
σύγχρονη με το τείχος, πάνω στον αριστερό παραστάτη της εισόδου.
Πιστεύεται πως τα εμφανιζόμενα πρόσωπα της παράστασης είναι ο
Ερμής και η Άρτεμη.
Η άλλη πύλη
βρίσκεται βορειότερα και είναι γνωστή με το όνομα «πύλη του
Ερμή και των Χαρίτων» και αυτή σύγχρονη με το τείχος. Σε
ανάγλυφο που υπήρχε στο δεξιό παραστάτη της εισόδου, και που τώρα
εκτίθεται στο Μουσείο Θάσου, παριστάνεται θεϊκή πομπή με
επικεφαλής τον Ερμή. Στο χώρο αυτό προκύπτει πως έγιναν
ανακατασκευές κατά τον 4ο αι. π.Χ.
Στο βόρειο άκρο
του αρχαίου εμπορικού λιμένα (Εβραιόκαστρο), έξω από το τείχος
της πόλης, υπήρχε αρχαίο ιερό των «Πατρώων θεών»,
που δέσποζε στη θάλασσα και το οποίο χτίστηκε κατά τον 6ο αι.
π.Χ. και συμπληρώθηκε τον 4ο αι. π.Χ. Πάνω στο αρχαίο κτίσμα
χτίστηκε παλαιοχριστιανική βασιλική του 5ου ή 6ου
αι. μ.Χ., για την ανέγερση της οποίας χρησιμοποιήθηκε οικοδομικό
υλικό από το αρχαίο κτίσμα. Γύρω από το χριστιανικό ναό υπάρχει
νεκροταφείο της ίδιας εποχής.
Σε μια φυσική
κοιλότητα του λόφου, πάνω από το αρχαίο εμπορικό λιμάνι και σε
επαφή σχεδόν με το βορειοανατολικό τείχος, σε μια μαγευτική θέση
με υπέροχη θέα, βρίσκεται το Αρχαίο θέατρο της Θάσου,
κτίσμα του τέλους του 5ου αι. π.Χ. Για το θέατρο της Θάσου,
στο οποίο έδρασε ο μεγάλος ηθοποιός και κωμωδιογράφος
Ηγεμών (ή Φαννής), που ο
Αριστοτέλης θεωρούσε εφευρέτη της «παρωδίας» (Αριστ.
Ποιητική, 1448 α 12), κάνει λόγο ο Ιπποκράτης στις
«Επιδημίες». Με προσκήνιο 18 μ. και ορχήστρα σε ημικυκλικό
σχήμα, υπολογίζεται πως είχε χωρητικότητα 2.0003.000 θεατών. Η
σκηνή σε μαρμάρινη όψη, χτίστηκε στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. Το
προσκήνιο, χτισμένο πιθανώς την ίδια εποχή ή στα τέλη του 4ου αι.
π.Χ., είναι αφιερωμένο στο θεό Διόνυσο από το Θάσιο Λυσίστρατο.
Στα ρωμαϊκά χρόνια έγιναν διάφορες επεμβάσεις για να
χρησιμοποιηθεί για μονομαχίες και «κυνήγια» (venationes),
ενώ στη σκηνή έγιναν διάφορες διακοσμήσεις με παραστάσεις θεών
και ηρώων. Στο θέατρο της Θάσου, κατά το καλοκαίρι, αναβιώνουν
παραστάσεις αρχαίου δράματος από το Κρατικό Θέατρο Βορείου
Ελλάδος.
Από μονοπάτι του
θεάτρου, παράλληλα με το αρχαίο βορειοανατολικό τείχος,
ανεβαίνουμε σε ένα πλάτωμα που δεσπόζει της πόλης και της γύρω
περιοχής, στην Ακρόπολη (137 μ. από τη θάλασσα).
Στον οχυρό αυτό τόπο έχτισαν οι αρχαίοι Θάσιοι το ιερό του
Πυθίου Απόλλωνα, (Πύθιον), ένα από τα πιο φημισμένα
ιερά που ήταν αφιερωμένα στο θεό του φωτός και της μουσικής. Από
το λαμπρό κατά την αρχαιότητα ολομάρμαρο κτίσμα, του οποίου η
ανέγερση τοποθετείται στον 6ο αι. π.Χ., δεν απόμειναν παρά
κάποιοι αναλημματικοί τοίχοι και κομμάτια μαρμάρων, πολλά από τα
οποία χρησιμοποιήθηκαν, ως οικοδομικό υλικό, για την ανέγερση
μεταγενέστερων κτισμάτων.
Στο ανατολικό
τείχος της ακρόπολης (όπου και το ιερό) βρέθηκε το 1920
εντοιχισμένος ένας υπερφυσικός μισοτελειωμένος κριοφόρος κούρος
ύψους 3,50 μ. που η κατασκευή του τοποθετείται στον 7ο αι. π.Χ. Ο
κριοφόρος κούρος (ή Απόλλωνας), που εκτίθεται στο
αρχαιολογικό Μουσείο της Θάσου, αποδεικνύει ότι υπήρχε υψηλός
πολιτισμός στο νησί από τους πρώτους αιώνες της αρχαϊκής εποχής
και επιβεβαιώνει τις συχνές και στενές σχέσεις της Θάσου με τα
νησιά των Κυκλάδων, την Ιωνία της Μ. Ασίας και την Αττική, όπου
αναπτύχθηκε το είδος αυτό των αγαλμάτων. Στο χώρο της Ακρόπολης
σώζονται περίοδο και αργότερα συμπληρώθηκε από τους Γενουάτες του
Tedisio Zaccaria
(1307 - 1313) και τους
Cattilusi
(1354 - 1456). Στην εποχή των
Cattilusi
ανάγονται και οι δύο στέρνες του κάστρου καθώς και
η μονόκλιτη μικρή εκκλησία.
Σε ένα άλλο μικρό
πλάτωμα, νότια της Ακρόπολης, σε επαφή με το ίχνος του αρχαίου
τείχους, υπάρχει το ιερό της θεάς Αθηνάς Πολιούχου,
κτίσμα και αυτό του 6ου ή αρχών του 5ου αι. π.χ., από το
οποίο σώζονται μόνο τα θεμέλια και οι αναλημματικοί τοίχοι που
σχημάτιζαν την επίπεδη επιφάνεια του περιβάλλοντος χώρου.
Συνεχίζοντας την
πορεία προς τα νοτιοδυτικά φτάνουμε στο τρίτο πλάτωμα του λόγου,
με ύψος 150 μ. από τη θάλασσα, όπου βρίσκεται λαξευμένο σε βράχο
το ιερό του θεού των ποιμένων Πάνα. Στο εσωτερικό
της κοιλότητας ανάγλυφο αναγόμενο στον 4ο αι. π.Χ. παριστάνει τον
Πάνα να παίζει σύριγγα πλαισιωμένος από τράγους.
Ο αρχαιολογικός
περίπατος μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε στη συνέχεια τα
αρχαία τείχη της Θάσου, χτισμένα στο τέλος του 6ου και
στις αρχές του 5ου αι. π.Χ. Τα μαρμάρινα τείχη της Θάσου έχουν
μήκος 4 χλμ. περίπου και διατηρούνται σε πολλά σημεία με αρκετό
ύψος. Ανά διαστήματα και στις καίριες θέσεις υπάρχουν πύλες
αφιερωμένες στους θεούς:
-
Η πύλη
του Παρμένωνα,
στο σημείο που
το τείχος στρέφεται δυτικά.
-
Η πύλη
του Σιληνού, με την ανάγλυφη
παράσταση του γυμνού δαίμονα στην αριστερή παραστάδα της θύρας
που οδηγεί στη «συνοικία του Σιληνού» πίσω από το τείχος.
-
Η πύλη
του Ηρακλή και του
Διονύσου, που προστάτευαν σύμφωνα με επιγραφή των
τειχών την πόλη της Θάσου, και
-
η πύλη
του Δία
και της
Ήρας,
στο τμήμα του
ανατολικού τείχους που οδηγούσε στην απέναντι πεδιάδα, όπου
και η αρχαία νεκρόπολη ανάμεσα σήμερα στον ελαιώνα. Σε
παραστάτη της πύλης αυτής υπάρχει ανάγλυφη παράσταση που
παρουσιάζει τη θεά Ήρα καθισμένη και μπροστά της τη φτερωτή
αγγελιοφόρο Ίριδα. Απέναντι υπήρχε παρόμοια παράσταση με τον
Δία, τμήματα του οποίου υπάρχουν στο Μουσείο Θάσου. Στο
εσωτερικό της πύλης υπάρχει πρόπυλο κατασκευασμένο τον 4ο αι.
π.Χ. με δαπάνες του Θασίου Πύθιππου.
Από την πύλη του
Δία και της Ήρας οδεύοντας πια προς το κέντρο της αρχαίας πόλης
(Αγορά) μπορούμε να επισκεφθούμε
Απέναντι από το
οικοδόμημα του Θερσιλόχου, προς το λόφο, υπάρχει το πανάρχαιο
ιερό το αφιερωμένο στον Ηρακλή
το Ηράκλειον,
προστάτη της πόλης των Θασίων. Για το περίφημο ιερό κάνει λόγο ο
Ηρόδοτος (βιβλ. Ι §46) θεωρώντας το θεό φοινικικής προέλευσης.
Στις ανασκαφές
διαπιστώθηκε η ύπαρξη προπυλαίων, βωμού αφιερωμένου στο θεό
Ηρακλή, ιωνικού ναού, στοάς και κτισμάτων με πρόστυλο, τμήμα των
οποίων καταλαμβάνει ναός του 6ου π.Χ. αιώνα.
Στο χώρο του ιερού
του Ηρακλή συγκέντρωσε ο Σπαρτιάτης Λύσανδρος τους αντιφρονούντες
Θασίους, το 405/4 π.Χ., και τους κατέσφαξε, για να εκδικηθεί την
προσχώρηση της Θάσου στην ηγεμονία της Αθήνας.
Αμέσως μετά το
κτιριακό συγκρότημα του Ηρακλείου και αριστερά της οδού, προφανώς
στον άξονα ρωμαϊκής λεωφόρου, υπήρχε
μεγαλοπρεπής αψίδα
αφιερωμένη στον αυτοκράτορα των Ρωμαίων
Καρακάλλα, στη (σεβαστή) Ιουλία Δόμνα και στον Σεπτίμιο Σεβήρο.
Ο Καρακάλλας επισκέφθηκε τη Θράκη στα χρόνια 213 - 217 και το
έργο προσφορά της πόλης των Θασίων τοποθετείται στην ίδια
περίοδο.
Κατευθυνόμενοι από
τη θριαμβική αψίδα προς τη θάλασσα φτάνουμε στην πλατεία, όπου
σώζεται σε ερείπια μια
παλαιοχριστιανική
βασιλική,
με διαστάσεις που
επέτρεπαν τον εκκλησιασμό μεγάλου αριθμού πιστών. Ο ναός, με
πολλά στοιχεία των βασιλικών της Κωνσταντινούπολης, χρονολογείται
βάσιμα στις αρχές του 6ου αι. μ.Χ. Από τη βυζαντινή βασιλική
μπορούμε να επισκεφθούμε στη συνέχεια το Μουσείο της Θάσου
με τα αξιόλογα εκθέματα του.
|