![]() |
![]() |
![]() |
![]() |
|
|
choose language |
Ιστορικά Στοιχεία |
|
||
|
Το φαινόμενο της πειρατείας
«... μήπως για δουλειά ή πάτε έτσι στην τύχη
Τον 5ο αι. που η Αθήνα φτάνει στο αποκορύφωμα της ακμής της και η Α' Αθηναϊκή συμμαχία μετατρέπεται σε ηγεμονία των Αθηνών, το φαινόμενο της πειρατείας παρουσιάζει ύφεση, καθώς οι Αθηναίοι επιβάλλουν την κυριαρχία τους στο χώρο του Αιγαίου. Την περίοδο όμως του Πελοποννησιακού πολέμου, εξαιτίας των πολεμικών επιχειρήσεων και της πολιτικοοικονομικής αστάθειας αυτών που συμμετείχαν στον πόλεμο, η πειρατεία ανθεί. Αθηναίοι και Σπαρτιάτες επιδίδονται και οι ίδιοι σε ληστρικές επιδρομές ο ένας εναντίον του άλλου. Στο μεγαλύτερο μέρος του 4ου αι. φαίνεται πως οι πειρατές κυριαρχούν στο Αιγαίο. Ο Ισοκράτης στον Πανηγυρικό τονίζει τα προβλήματα που δημιουργούνται για το διαμετακομιστικό εμπόριο των Αθηναίων και ειδικότερα τις επιπτώσεις στις τιμές των προϊόντων. Οι ακτές της Ιωνίας, της Αφρικής, της Σικελίας, αλλά και αρκετά νησιά του Αιγαίου, μετατρέπονται σε πειρατικά ορμητήρια. Στα χρόνια της ακμής της Μακεδονίας και στη συνέχεια των ελληνιστικών μοναρχιών η πειρατεία εξασθενεί. Λέγεται μάλιστα ότι ο Πτολεμαίος Φιλάδελφος είχε οργανώσει και μία ειδική ναυτική μοίρα, για να αντιμετωπίζει τις επιδρομές των πειρατών. Όταν όμως τα ελληνιστικά κράτη αρχίζουν να παρακμάζουν, το φαινόμενο παίρνει μεγάλες διαστάσεις. Κατά τη ρωμαϊκή εποχή οι Ρωμαίοι οργανώνουν αλλεπάλληλες επιχειρήσεις, για να απαλλάξουν τους θαλάσσιους δρόμους από τη μάστιγα της πειρατείας. Ο Πομπήϊος ήταν αυτός που κατέστρεψε τα «ληστήρια» της Σικελίας, της Σαρδηνίας, της Ιταλίας και του Ελλαδικού χώρου το 67 π.Χ. Κατά τον 2ο και 3ο αι. μ.Χ., όταν πλέον η Μεσόγειος έχει μεταβληθεί σε ρωμαϊκή λίμνη, η ναυσιπλοΐα πραγματοποιείται κατά κανόνα με ασφάλεια.
[ΑΡΧΗ] Ο 11ος αι. είναι για την αυτοκρατορία περίοδος κρίσης. Η αγροτική κοινότητα καταστρέφεται, οι δυνατοί ενισχύονται υπέρμετρα, οι διαμάχες ανάμεσα στις μερίδες της αριστοκρατίας εντείνονται, ενώ οι Δυτικοί, οργανώνοντας τις Σταυροφορίες, λυμαίνονται τα εδάφη του Βυζαντίου. Η Βενετία —θα ακολουθήσουν αργότερα και άλλες ιταλικές πόλεις— αποκτά οικονομικά προνόμια στη βυζαντινή επικράτεια. Οι εξωτερικοί εχθροί πολλαπλασιάζονται και οι Σελτζούκοι Τούρκοι εγκαθίστανται οριστικά στη Μ. Ασία. Τον 12ο αι. το Αιγαίο δεν παρέχει καμία ασφάλεια στους ταξιδιώτες. Η οικονομική διείσδυση των ιταλικών πόλεων στην Ανατολή και τελικά ο έλεγχος του εμπορίου από τη Δύση καθόρισε και την πορεία της αυτοκρατορίας ως ναυτικής δύναμης. Οι μεταρρυθμίσεις εξάλλου των Κομνηνών που αφορούσαν την χρηματοδότηση του στρατού και του στόλου επιτάχυναν την εξασθένιση των θεμάτων και συνεπώς τη θαλάσσια άμυνα του κράτους. Ουσιαστικά η αυτοκρατορία αδυνατεί να διασφαλίσει τους θαλάσσιους δρόμους, εφόσον δε διαθέτει ισχυρό ναυτικό, πράγμα που επιτρέπει στους πειρατές να δρουν σχεδόν ανενόχλητοι. Η κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Φράγκους (1204), ο διαμελισμός των εδαφών της αυτοκρατορίας και η δημιουργία λατινικών κρατών στην Ανατολή είναι γεγονότα που ευνοούν ακόμη περισσότερο την πειρατική δράση, που συνεχίζεται στην ίδια περίπου έκταση και ένταση ως την Άλωση. Από τον 15ο αι. και μετά οι ελληνικές θάλασσες συχνά μεταβάλλονται σε πεδίο πολεμικών αναμετρήσεων χριστιανών και Οθωμανών. Η επεκτατική πολιτική των Τούρκων προκάλεσε μόνο με τους Βενετούς επτά πολέμους σε διάστημα τριών αιώνων, που όλοι τους βέβαια είχαν ως στόχο τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Η κατά τόπους έκρυθμη κατάσταση που δημιουργούνταν διαιώνιζε και την πειρατική δραστηριότητα. Εξάλλου από τον 17ο αι. ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ Άγγλων και Γάλλων στην Ανατολική Μεσόγειο αποτελεί έναν επιπρόσθετο αρνητικό παράγοντα, με αποτέλεσμα να έχει διαμορφωθεί στις θάλασσες μία κατάσταση σχεδόν ανεξέλεγκτη. Τούρκοι, Φράγκοι και πειρατές επιβάλλουν στους πληθυσμούς του Αιγαίου τον 16ο και 17ο αι. ένα καθεστώς στυγνής τυραννίας και εκμετάλλευσης. Η τούρκικη αρμάδα με τον Kαπουδάν-πασά εμφανίζεται στα νησιά μία φορά το χρόνο για να εισπράξει το χαράτσι. Το υπόλοιπο χρονικό διάστημα οι κάτοικοι είναι εκτεθειμένοι στην αρπακτικότητα των πειρατών. Οι αρχικουρσάροι σε πολλά νησιά ασκούν εξουσία και εισπράττουν φόρους. Οποιοσδήποτε τολμήσει να αντισταθεί εξοντώνεται.
Ο μοναχός Urbano de Parigi αναφερόμενος στη Σύρο (17ος αι.) δίνει την πληροφορία πως οι κάτοικοι, μόλις αντικρίσουν κάποιο πλοίο, τρέχουν να κρυφτούν στο εσωτερικό του νησιού. Οι Τούρκοι χλευαστικά τους αποκαλούν λαγούς. Επίσης ο περιηγητής Paul Lucas, εκπρόσωπος του βασιλιά της Γαλλίας, κατά την επίσκεψη του στην Ίμβρο διαπιστώνει ότι οι κάτοικοι έχουν εγκαταλείψει τα παράλια και ζουν σε πύργους στα μεσόγεια. Ο φόβος τους μάλιστα είναι τόσο μεγάλος, ώστε και οι πόρτες των σπιτιών απέχουν πολύ από το έδαφος και ανεβαίνουν με ξύλινες σκάλες που τις νύχτες τις σηκώνουν, για να προστατευθούν από κάποια αιφνιδιαστική επίθεση. [ΑΡΧΗ] Η εγκατάλειψη των παραλιακών περιοχών και η εγκατάσταση σε ασφαλέστερα μέρη είναι φαινόμενο που παρατηρείται συχνά στα χρόνια της σκλαβιάς και ιδιαίτερα σε περιόδους που η πειρατεία ανθεί. Κατά τον ίδιο τρόπο εγκαταλείφθηκαν σταδιακά οι παραλιακοί συνοικισμοί της Θάσου —συμφώνα με την άποψη του Απ. Βακαλόπουλου— και οι κάτοικοι μετακινήθηκαν προς το εσωτερικό του νησιού, ενώ άλλοι οικισμοί καταστράφηκαν από τους πειρατές. Ο Θεολόγος και η Παναγία —μεγάλα χωριά— χτίστηκαν σε τοποθεσίες που παρέχουν στους κατοίκους μια σχετική ασφάλεια. Συχνά όμως οι πειρατές—και δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στη Θάσο— δε δίσταζαν να προχωρούν στα μεσόγεια και να ληστεύουν απομακρυσμένους από τη θάλασσα οικισμούς. Τον 16ο αι. αλλά ιδιαίτερα τον 17ο αι. η πειρατεία φαίνεται πως αποτελεί κανόνα της καθημερινής ζωής. Από τον Θερμαϊκό ως τη Μάνη και το Λιβυκό πέλαγος τα πειρατικά καράβια παραμονεύουν, για να δράσουν την κατάλληλη στιγμή. Οι ελληνικές ακτές με τους βράχους, τις σπηλιές, τα δάση και τους αθέατους όρμους αναδεικνύονται σε ιδανικά κρησφύγετα. Ο περιηγητής Deshayes συμβουλεύει τους ταξιδιώτες για Κωνσταντινούπολη να αποφεύγουν το ταξίδι με πλοίο, μολονότι στοιχίζει φθηνότερα, γιατί οι πειρατές καραδοκούν ανάμεσα στην Κρήτη και την Πελοπόννησο.
Πάντως τα πειρατικά πλοία συχνά υπερείχαν από τα άλλα σε δύναμη και σε πλήρωμα. Οι πειρατές χρησιμοποιούσαν μικρά σχετικά σκάφη, με μέσο όρο σαράντα κανόνια αλλά με πλήρωμα πολυάριθμο. Οι «φούστες», μικρά και ευκίνητα πλοία, που εξορμούσαν από τη Β. Αφρική, χαρακτηρίζονται από τον Κ. Σάθα στον πρόλογο του στο Χρονικό του Γαλαζειδίον ως «πλοία του Σατανά». Σ' όλα τα νησιά και στις παράκτιες περιοχές υπήρχαν παρατηρητήρια, «βιγλαριά», απ' όπου οι «βιγλάτορες» παρακολουθούσαν τα καράβια που πλησίαζαν στη στεριά, Μόλις διέκριναν κάποιο πλοίο, την ημέρα ειδοποιούσαν τον πληθυσμό υψώνοντας, συνήθως, κάποια σημαία και τη νύχτα έριχναν αναμμένους δαυλούς. Βέβαια κάτι ανάλογο έκαναν και οι πειρατές στα δικά τους μέρη, αλλά, κατά κανόνα, όχι για να προφυλαχτούν από κάποιον εχθρό παρά για να ληστέψουν κάποιο ανυποψίαστο καράβι. Ο Κυρ. Σιμόπουλος καταχωρεί στο έργο του Ξένοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα ένα δημοτικό τραγούδι από τη συλλογή του Γ. Ιωάννου, που δείχνει την οργή και την αγανάκτηση των Ελλήνων για όσα υφίστανται από τη θηριωδία και την αρπακτικότητα των πειρατών.
"
Ήλιε που βγαίνεις το ταχύ, σ' ούλον τον κόσμον δούδεις, [ΑΡΧΗ] Είναι γεγονός ότι κατά την περίοδο της τουρκικής κατάκτησης επιδίδονται στην πειρατεία, στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, άνθρωποι κάθε εθνικότητας και θρησκεύματος' ανάμεσα τους και οι Έλληνες, Οι πιο φημισμένοι ήταν οι Μανιάτες. Τη Μάνη την ονόμαζαν Μεγάλο Αλγέρι. Τον 18ο αι. η Μάνη αποκλειστικά ζει από τις πειρατικές επιδρομές. Αν και τα πλοία τους κάποιοι σύγχρονοι τους τα χαρακτηρίζουν «σαπιοκάραβα», η δράση τους είναι γνωστή ήδη από τον προηγούμενο αιώνα. Όταν δεν ταξιδεύουν με τα καράβια τους, ενεδρεύουν κρυμμένοι στους βράχους των ακτών της Μάνης περιμένοντας να παρασυρθεί κάποιο καράβι στην ακτή από την κακοκαιρία. Λέγεται ότι ακόμη και οι Μανιάτες κληρικοί έπαιρναν μέρος σ' αυτές τις επιχειρήσεις. Στα τέλη μάλιστα του 18ου αι. οργάνωσαν επιδρομή ενάντια στην Αμοργό και την κατέλαβαν. Μέσα στο 18ο αι. οι ρωσοτουρκικοί πόλεμοι και οι εξεγέρσεις των Ελλήνων, απόρροια των πολέμων, ώθησαν κι άλλους Έλληνες στην πειρατεία. Μετά τα Ορλωφικά και λίγο αργότερα, όταν ο Λάμπρος Κατσώνης μ' ένα στολίσκο πειρατικό γίνεται ο εφιάλτης των Τούρκων, πολλά πειρατικά πλοία στο Αιγαίο είναι Ελληνικά.
Σημαντική πτυχή του φαινομένου, που αιτιολογεί εν μέρει και την έκταση που πήρε η πειρατεία στα χρόνια της τουρκικής κατάκτησης, είναι οι συναλλαγές πειρατών και εμπόρων, ντόπιων και μη. Η εκποίηση της λείας απέφερε τεράστια κέρδη στους εμπόρους, αλλά διατηρούσε σε υψηλά επίπεδα και τις πειρατικές επιδρομές, εφ" όσον υπήρχαν αγοραστές. Η Κίμωλος και η Μήλος ήταν νησιά όπου πραγματοποιούνταν τέτοιου είδους συναλλαγές. Το ίδιο όμως γινόταν και αλλού. Το Αλγέρι τον 16ο αι. είχε πληθυσμό 100.000 που ζούσε αποκλειστικά από την πειρατεία. Ακόμη ήταν μονίμως εγκαταστημένοι εκεί έμποροι από διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Αν στην Τουρκοκρατία η πειρατεία βρισκόταν στο απόγειο της, με την έναρξη της Επανάστασης εξαφανίζεται —τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια— όπως μας πληροφορεί ο Σπ. Τρικούπης. Η πειρατεία στα χρόνια του Αγώνα παρουσιάζει έξαρση την περίοδο κατά την οποία ο αιγυπτιακός στρατός και στόλος συμπράττει με τους Τούρκους, για να καταπνίξουν την Επανάσταση.
Η δολοφονία του Καποδίστρια (1831) και η αναρχία που ακολούθησε αναζωπύρωσε τη δραστηριότητα των πειρατών, μολονότι η Ελλάδα από το 1930 ήδη άρχισε τον ελεύθερο πολιτικό της βίο, που δεν της εξασφαλίζει όμως και την ανάλογη ευνομία. Ολοκληρώνοντας θα λέγαμε ότι, καθώς προχωρούμε μέσα στον 19ο αι., τα κρούσματα πειρατικών επιδρομών γίνονται σπανιότερα και είναι βέβαια ηπιότερης μορφής απ' ό,τι σε προγενέστερες εποχές, γεγονός που σχετίζεται με την αρτιότερη κρατική οργάνωση αλλά και με τον εκσυγχρονισμό της ναυτιλίας.
Μένη Καρατζαφέρη
[ΑΡΧΗ] |
|
|
Thassos Island.gr. - Thasos