Α   Β   Γ   Δ   Ε   Ζ   Η   Θ   Ι   Κ   Λ   Μ   Ν   Ξ   Ο   Π   Ρ   Σ   Τ   Υ  Φ  Χ  Ψ  Ω .

Γλωσσάριο

 

αβλαντίζου: παρακολουθώ από μακριά απαρατήρητος
αγκαλνώ: εγκαλώ
άγκσμα: ατύχημα (γαλλ. accident: δυστύχημα)
αδαρά (σαν): σαν τώρα
αθρακούφ': στάχτη
αλάτους (ιλές): παστωμένες ελιές, θρούμπες
αλατζάς: νυφικό γιλέκο με στενά μανίκια
άλμα
: λίπος
αλτούζ: απ'άκρη σ' άκρη
αξίμπιμπίλοντους: ντυμένος ατημέλητα
αργονδουλ': δουλειά για να περνά η ώρα
αρτά: αρτύω: βάζω λάδι ή αλάτι σε φαγητό
ασλί (έχει): κάτι που δε λέγεται τυχαία. Έχει κάποια αιτία, λόγο, συνάφεια, δόση αλήθειας
ατζόνα: μακρύ κόκαλο.
αφόρ (το): ολοκαίνουργιο, αφόρετο
αχμάκς: απονήρευτος, αθώος.
αχνάρουτους: ασκημομούρης
 

βαδέλις: τα ορθάνοιχτα μάτια (προσβλητικά)
 

γαβαν' (και βαγάν') : αυνανισμός
γατσάζου: υποφέρω από δίψα, γανιάζω
γκάργκαλου: κότσι
γκιλκας: δερματική πάθηση που φέρνει μεγάλη φαγούρα
γκιρδέλ': μπουγιέλο
γκιριμέ (έναν): κάθε λίγο και λιγάκι, σχεδόν μόνιμα
γκνόστουμου: η διάσταση που καθορίζουν τα δάχτυλα μέγαλος και δείκτης
γκρουλόγους: μεγάλη στάμνα
γλιάρς': αυτός που του αρέσουν τα καλούδια
γόμους: η γέμιση σε φαγητό
γουνιάδ': γωνιάδι, γωνία ψωμιού
 

δρουμανστός: τρέχοντας γρήγορα
 

έλιβι: λιέβω, αλιεύω
 

ζαγαλιά: μπαγαποντιά
ζαναχάτ': συνήθεια
ζβουντούνα: με μεγάλη ταχύτητα
ζγιαφετ: γλεντάκι με γεύμα και ποτό
ζία: τα ζύγια
ζντρουφ: πλήρης άγνοια
 

θμώ: υπενθυμίζω
 

ιργουστάσιου: ελαιοτριβείο
 

καζέπ (βρέχει): βρέχει πολύ και ασταμάτητα
κακαβάνς: χαϊδευτικό για τον άμυαλο
καλίτσα: πήλινο μεγάλο βάζο
καμουδιασμένους: σαν απογοητευμένος
καμπαρντίζου: δείχνω ότι υπερηφανεύομαι
καμχούδα: κρυφοπονηρούλης
καμώνουμι: προσποιούμαι
καριζιντέ (το πάω): πάω κόντρα σε μια άποψη
καριόλα: μεγάλο κρεβάτι
καρκάλια: ξεσκίδια ρούχων
κασκαρίκα: μηχανορραφία, κατεργαριά
κατακαμλιού: βαρυφορτωμένος
κατίνια: τα νώτα
κβαργιάζουμι: κουβαριάζομαι, γκρεμίζομαι
κέτιλου: λέπι
κιαμέτ: μεγάλη αφθονία
κινώνου: αδειάζω στα πιάτα, σερβίρω
κιόρ (τό'χου): έχω μαύρα μεσάνυχτα, πλήρη άγνοια
κιόρ βιλαέτ: πλήρης άγνοια
κιουρλιμέ (πάω): πάω χωρίς να ξέρω που
κλάκια: κυκλάκια
κμάρ'.-σταμνούλα
κνριστές: το κύριο μέρος. Για άνθρωπο: πολύ αδύνατος
κουμπάνια: τρόφιμα για ολιγοήμερη διαμονή κάπου
κούφουμα: το κυρίως κρέας ενός σφαχτού
κριγιάς: κρέας
κτάζου: κατοικιάζω (για κότες)
κτσούρ': μαρίδα
 

λαδίσα (τα): η εποχή που βγαίνει το λάδι λάζου: γκαστρώνω
λαΐνα: στάμνα
λαπάντ: πεντακάθαρα
λάστιχα: σφεντόνα
λατσουρ: μουσκίδι
λαφρόστχους: μισότρελος
λμπάζου: ορέγομαι ανεξέλεγκτα
λόρτους: όρθιος
λουζάρια: δαδιά
λουμάκ': κλώνος κλαδί
λτσάζουμι: φορτώνομαι κάτι βαρύ
 

μάγνες: οι πόνοι του τοκετού
μαλαγαρεύου: μεταπλάθω
μάξους: σκόπιμα
ματάβγαλμα: τσίπουρο διπλής αποστάξεως
μνουχώ: ευνουχώ
μουζγούδ': μούσκεμα
μουλαϊμίζ' (ου πόνους): υποχωρεί ο πόνος
μουλβουμένους: έξυπνος, παμπόνηρος, πανούργος
μουλέρνου: λύνω, ελευθερώνω
μουρά: έκζεμα στο κεφάλι
μουσκαλαμένους
: καλοντυμένος
μουχαμπέτ: συζήτηση, κουβέντα
μπαντακώνουμι: βουλιάζω
μπαρδάκ': μικρή στάμνα
μπαριαντάς (ώρα): πολύ καθυστερημένα
μπαρτικουλέρνου (κάποιον): συμφωνώ με κάποιον, παίρνω το μέρος του
μπελ': μακάρι
μπιμπίλες: λεπτές δαντέλες κεντημένες με βελόνα
μπιζιρώ
: χορταίνω επιτέλους κάτι
μπιρατζάδα: βόλτα
μπιτίζου: τελειώνω
μπνάζουμι: εμπνέομαι
μπουμπή: ντροπή
μπουμπότις: καλαμπόκια ψητά, τσατπάτ
μπρόβα:σκηνή
 

νόστμους: αυτός που νοστιμεύεται, που τρώει απ' όλα
νουμπέτ: υπνάκος
νταβαδέκους: μεγάλο ταψί
νταμαχιάρς: αχόρταγος
νταρνταγάν: όλα είναι άνω κάτω
ντεβρ (ένα): μια φορά
ντέντικας: πολύ ψηλός
ντιντίου: κρύος και δυνατός αέρας
ντουγρού: κατευθείαν

ξηρουχαμνιέμι: χασμουριέμαι
ξιγαστιρώνου: εξοικονομώ
ξιθαρριέμι: εμπιστεύομαι
ξίμσταλουμένους: ντυμένος ατημέλητα
ξινουθέκου: φυτεύω σπόρους φυτών που στη συνέχεια θα μεταφυτεύσω
ξίτρακαξώνου: ανοίγω την πόρτα (που έχει μηχανισμό αντίστοιχο με το πόμολο)
ξμίζου: καρικώνω
 

ουλουκατούρτους: κατουρημένος για τα καλά
 

παπουδιάζου: μαλακώνω
παρασάλακα: χαζομάρες
πασπάρ': υψωματάκι
πατσαρίσα: τα απαραίτητα για ολιγοήμερη μετοίκηση
πνάκ': πινάκιο, ξύλινο πιάτο με σκέπασμα
πόγαλου: απογαλακτισμένο
πραγνί: πατικωμένος, καλογεμισμένος
προυμαγραδούλα: αυτός που προνοεί και μαζεύει για έχει μελλοντικά
προυφουνιέμι: απειλώ
πχανίζ': μπάζει από παντού κρύο
 

ριμπαπί: σόι
ριξάρα (κατσίκα): κατσίκα που απέβαλε
ριπιτίν: επαναλαμβανόμενα (αγγλ. repeat: επαναμβάνω)
 

σάγλα: σκοινί
σαλά σαλά (έφυγε): έφυγε σα βρεγμένη γάτα
σαλμάς: ελεύθερη βοσκή σε περιοχή που μέχρι τώρα απαγορευόταν
σασιρμάς: αναστάτωση
σίβους: χρώματος γκρι
σκιλφό: δυσκέλυφο
σκλουκέρατον: ξυλοκέρατο, χαρούπι
σκουλουμπουδώ: εμποδίζω σκόπιμα
σκρος: (για φαγητό) χωρίς ζουμί, στεγνό
σκφούνια: τσουράπια
σμαμίδ':σαμιαμίδι
σμουχρίγια: σούρουπο
σμπιρίλουγα: είδη συχνής χρήσης (συν+περί+ου+λόγος)
σνεικάζου: διακρίνω από μακριά, συμπεραίνω (συν+εικάζω)
σουλότ: απόλυτο σκοτάδι
σουντίζου (ντου): μένω αναποφάσιστος, δειλιάζω να κάνω
σούσαλα: σκουπίδια
στλίζουκουπώ, στλιζουμαχώ: μυρίζω άσκημα
στριβάρ': χόρτο σε άγονη περιοχή
στρουμόκουλα: στριμωχτικά, δύσκολα
στρουπαδιά: κατάρα
στχουπαρμένους: παρμένος από στοιχειά, αφηρημένος
 

ταλιαρίζου: πιλατεύω
τεπές: θολωτή κορυφή καπέλου ή φεσιού
τζιρτζίλ
': μπίλια
τιζάχ'.-το τεζάκι
τιλατίν: με εντελώς άδεια κοιλιά, πολύ νηστικός
τόι: ακαθόριστη και ακανόνιστη μάζα
τριγιόβουλου: τρεις οβολοί, σχεδόν τίποτε
τριμίστιργις: μεγάλες ζημιές
τσαρπίζου: χάνω τα λογικά μου
τσιράγαλου: φασαρία, θόρυβος
τσιφνουκούραδου: πολύ τσιγγούνης
τφάν': τυφώνας, μεγάλη κακοκαιρία
 

υφσάντου: υπεροπτικό ύφος
 

φκριγιέμι: αφουγκράζομαι, ακούω προσεκτικά τι λέει κάποιος
φλαστάδα: τσακιστή πράσινη ελιά
χαΐνς: τεμπέλης, ανεπρόκοπος
χαλάτ: αποστακτήριο (ρακιού)
χαμουλόγ': οι πρώτες ελιές που πέφτουν
χιπ: γεμάτος μέχρι πάνω
χιστέκ': μπλιγούρι
χου (έχει): έχει κάποια σχέση
 

ψταδόσκου : ξεραμένο σύκο
 

 

 

 

Back to Home Page

πηγές-βιβλιογραφία

Thassos Island.gr. - Thasos